Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η Τσαρίνα Άννα η Πορφυρογέννητη


Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα:
 « αντί x λόγου »


Ένα διήγημα της Β΄ τάξης του Γυμνασίου Σταυρακίου που το εμπνεύστηκαν οι μαθητές μας διαβάζοντας την ιστορία της Μακεδονικής δυναστείας στο βιβλίο «Νεότερη και Μεσαιωνική Ιστορία».




«Ο άντρας έσκυψε μπροστά, για ν’ αντισταθεί στον αέρα και ακούμπησε στην δρύινη ψηλή πρώρα του πλοίου, ενώ τα μισόκλειστα μάτια του έψαχναν τις κοντινές ακτές. Ο αέρας ανακάτευε τα σκούρα του μαλλιά, έκανε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν και ανέμιζε τη λινή πολυτελή χλαμύδα του, το sagum όπως το ονόμαζαν. Τα χρυσοκέντητα σχέδια που στόλιζαν το ακριβό ύφασμα της φορεσιάς του, αποκάλυπταν ότι ανήκε στην υψηλή τάξη. Ο άντρας έσφιγγε δυνατά με τα δυο του χέρια το κιγκλίδωμα, ακόμα κι όταν το ανεβοκατέβασμα του πλοίου πάνω στα κύματα δεν ήταν έντονο. Το mare clausum, η απαγόρευση της θαλάσσιας κυκλοφορίας, είχε τελειώσει εδώ και αρκετές μέρες. Άσπρα κύματα στροβιλίζονταν στη θαλασσινή επιφάνεια.

«Πότε φτάνουμε καπετάνιε;» Δυνάμωσε τη φωνή του, για να τον ακούσει ο μυώδης ηλικιωμένος ναυτικός που στεκόταν πίσω του.

Ο άντρας με τα ζωηρά μάτια, τα ρυτιδωμένα χαρακτηριστικά και τη σκληρή από τη συνεχή παραμονή του στους θαλασσινούς αέρηδες επιδερμίδα, έκανε έναν μορφασμό. «Σε δυο μέρες το λιγότερο».

Το σκάφος έπλεε κοντά στ’ ανοιχτά εδώ και αρκετές μέρες. Προχωρούσε αργά προς το βορρά της Μαύρης Θάλασσας προσπαθώντας ν’ αποφύγει τα κύματα που στο παρελθόν είχαν καταπιεί δυο αυτοκρατορικούς στόλους κοντά στα βορειοδυτικά λιμάνια της. Ο άνεμος χτυπούσε τα λατίνια κάνοντας τα να παφλάζουν, καθώς ο έμπειρος καπετάνιος ακολουθούσε το συντομότερο θαλάσσιο δρόμο για τη Χερσώνα. Πίσω του έβλεπε τους άλλους δρόμωνες με τα σιφώνια τους έτοιμα να πετάξουν το υγρό πυρ. Αυτό ήταν το όπλο τους απέναντι στους Ρώσους, που μόνο αυτοί προσπάθησαν να διαταράξουν την αδιαμφισβήτητη βυζαντινή θαλασσοκρατία στη Μαύρη Θάλασσα.

Τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Τα πλοία από τη Βασιλεύουσα έφερναν την πορφυρογέννητη Άννα, αδερφή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄, νύφη για τον Βλαδίμηρο του Κιέβου. Άραγε πώς την κατάφεραν να πει το ναι;
Σίγουρα έβαλε το χεράκι της η μάνα της η Θεοφανώ η Λάκαινα.
«Ευχαρίστως να γίνω γυναίκα σου» του είχε πει «αφού πρώτα βαπτιστείτε και γίνετε χριστιανοί!  Έτσι εκτός από μένα θα κατακτήσετε και τη βασιλεία των ουρανών!».
Πώς θα πήγαινε αυτή η καλλονή πορφυρογέννητη να ζήσει σε μια χώρα με καλύβες και ανύπαρκτες πόλεις;  Όλα αυτά τα ιστιοφόρα κουβαλούσαν τα πλούσια προικιά της. Γεμάτα με συμβούλους, αρχιτέκτονες, πολεοδόμους, φιλοσόφους, επιστήμονες, δασκάλους κάθε είδους, μια ιεραποστολή κι ένα πλοίο φορτωμένο βιβλία ξεκίνησαν να φέρουν τον πολιτισμό στη χώρα των Ρως.
Πόσα δεν είχε ακούσει γι’ αυτόν τον αγροίκο τον Βλαδίμηρο. Ο πατέρας του, Σβιατοσλάβ, δολοφονήθηκε το 972 από Πεσενέγκους κατ’ εντολή του θείου της Άννας που ήθελε να ξεμπερδεύει οριστικά μαζί του. Του αυτοκράτορα Ιωάννη Τζιμισκή. Ο Βλαδίμηρος πήρε το θρόνο το 980 από τον νόμιμο διάδοχο, τον ετεροθαλή αδερφό του Γιάροπολκ. Φήμες έλεγαν ότι ήταν από μικρός χριστιανός, όπως και η γιαγιά του η Όλγα. Όταν όμως εκείνη πέθανε, ο Βλαδίμηρος γύρισε ξανά στον παγανισμό.
Πριν ένα χρόνο ήταν που οι βασιλικοί απεσταλμένοι του Βλαδίμηρου παρακολούθησαν τη μεγαλοπρεπή Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία. Όταν γύρισαν πίσω, είπαν στον βασιλιά τους, «Πώς να το περιγράψουμε με λόγια; Δεν ξέραμε, αν βρισκόμασταν στην γη ή στον ουρανό!». Τότε λένε ότι αποφάσισε να γίνει χριστιανός. Ο Βλαδίμηρος σκέφτηκε χαμογελώντας ότι πάντα οι άλλοι λαοί θαμπώνονταν από την Κωνσταντινούπολη. Ποτέ το αντίθετο. Όμως σίγουρα θα υπολόγισε γι’ αυτό το γάμο ότι οι Βυζαντινοί ήταν οι καλύτεροι πελάτες των προϊόντων του. Το εμπόριο μαζί τους θα έφερνε περισσότερο πλούτο στα θησαυροφυλάκια του Κιέβου.
«Λογοθέτη Θεόδωρε,  βλέπεις πέρα εκείνους τους βράχους;». Ο καπετάνιος πλησίασε και του έδειξε απέναντι. «Αφού τους περάσουμε, θα φτάσουμε στη Χερσώνα». Ο Θεόδωρος κοίταξε πάλι τους σκούρους βράχους που έδειχναν τρομερά απότομοι. Σαν να διάβασε τις σκέψεις του ο γερο-καπετάνιος του είπε, «Το πέρασμα είναι ακίνδυνο για έναν ικανό ναυτικό». Δεν είπε «όπως εγώ», αλλά ο άντρας συνέλαβε το κρυμμένο νόημα της κουβέντας του.
«Θα ήταν καλύτερα να ειδοποιήσω τη μεγαλειότητά της». Πίσω του άκουσε τις διαταγές του καπετάνιου στους σκλάβους να κωπηλατούν μακριά από την ακτή.
Δυο μέρες μετά ο Θεόδωρος και η Άννα ατένιζαν από την πρύμνη τη Χερσώνα. Το περίγραμμά της φαινόταν στο βάθος. Η Άννα η πορφυρογέννητη ήταν ντυμένη με μια λινή δαλματική, διακοσμημένη με ταινίες. Δεν είναι μόνο ο ψυχρός αέρας της άνοιξης που την έκανε να κρυώνει. «Πώς θα είναι άραγε ο Βλαδίμηρος με τις δεκάδες συζύγους και παλλακίδες;» σκεφτόταν. Όταν την είχε δει θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Τότε ήταν που ζήτησε επίμονα από τον αδερφό της να την κάνει γυναίκα του.
Το πλοίο διέσχισε τα ήσυχα νερά. Φαινόταν πια καθαρά το πλήθος που περίμενε τη βασιλική νύφη. Αλλά και ο κόσμος από τη στεριά, θαύμαζε τους νεοφερμένους. Δίπλα στην Άννα, ο αδερφός της αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, Βασίλειος Β΄. Ευθυτενής και αυτός επίσημα ντυμένος. Φορούσε την αυτοκρατορική τουνίκα του και το πορφυρό sagum, τον μανδύα των αρχόντων, και μια χρυσή πόρπη στολισμένη με πολύτιμους λίθους στον δεξί του ώμο για να τον συγκρατεί. Η φορεσιά του έλαμπε στον ήλιο και τα στολίσματά του αντανακλούσαν στο φως. Ήταν φανερή η προσπάθειά του να θαμπώσει τα πλήθη. Έπρεπε να ανταποκριθεί στη φήμη του. Ήταν ο ηγέτης της πιο πλούσιας, της πιο πολιτισμένης πόλης και αυτοκρατορίας του κόσμου.
Δίπλα του η αδερφή του Άννα ξεχώριζε με το λευκό μακρύ φόρεμα διακοσμημένο με χρυσοποίκιλτο ποδόγυρο. Στους ώμους της έπεφτε με χάρη ο πορφυρός αυτοκρατορικός μανδύας από πολύτιμη στόφα. Τα χέρια της  στολισμένα με επιμανίκια και η τραχηλιά της με ένα φαρδύ περιδέραιο από πολύτιμους λίθους. Από το στέμμα της κρέμονταν τα βαρύτιμα περπενδούλια που αντικατέστησαν τα παλιότερα σκουλαρίκια και ήταν πολύ εντυπωσιακότερα. Το όμορφο πρόσωπό της , το καλλίγραμμο σώμα που αναδεικνύεται κάτω από τα επίσημα ρούχα και η αυστηρότητα της μορφής της που εμπνέει σοβαρότητα και συνέπεια έκαναν τον Βλαδίμηρο να την ξεχωρίσει ανάμεσα σε τόσες άλλες γυναίκες και να την διεκδικήσει. Η λαμπρή της παρουσία θα επιβληθεί και τώρα επάνω στο Ρωσικό λαό και θα τον μαγέψει.
Ακόμη και ο Θεόδωρος που είχε συνηθίσει τη λάμψη των αυτοκρατόρων ένιωσε να κόβεται η ανάσα του από την αστραφτερή παρουσία των δύο αδελφών. Στέκονταν αλύγιστοι στην πλώρη του καραβιού. Παρουσίαζαν ένα θέαμα μοναδικό. Η Άννα και ο Βασίλειος σαν άγγελοι από ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας.
Δικαιολογημένες οι ζητωκραυγές του πλήθους που έφτασαν ως τον ουρανό. Βροντερές, ακατανόητες για τους Βυζαντινούς λέξεις γέμισαν την ατμόσφαιρα.
Η Άννα παρέμεινε στητή και επιβλητική στην πλώρη. Μόνο αν την πρόσεχες, θα έβλεπες μια ελαφριά χλωμάδα που πρόδιδε την ταραχή και την αμηχανία της απέναντι στο λαό που καλούνταν να κυβερνήσει. Την αγωνία της για το μέλλον δίπλα στο Βλαδίμηρο. Πώς θα ήταν; Πόσο θα ήθελε να βρισκόταν πίσω στο παλάτι στην Κωνσταντινούπολη, περιτριγυρισμένη από αυτούς που αγαπούσε, παρέα με τη φίλη της την Κυριακή να συζητάνε και να κρυφογελάνε για τα αρχοντόπουλα που σύχναζαν στο παλάτι!
Η φωνή της μητέρας της ήρθε να της υπενθυμίσει το χρέος της, «Η ειρήνη και η ευτυχία του λαού μας βρίσκονται στα χέρια σου». Βαρύ χρέος! Θυμήθηκε μ’ έναν αναστεναγμό την αδερφή της Θεοφανώ που έφυγε, νύφη κι αυτή, σε βάρβαρη χώρα. Πόσο θα ήθελε να ήταν μαζί της και να τα συζητούσαν. Ήλπιζε να τη δει να είναι στο γάμο της. Προσπάθησε να διακρίνει τον Βλαδίμηρο μέσα στο πλήθος. Είχε μια θολή εικόνα από την τραχιά όψη που είδε κάποτε στ’ ανάκτορα. Πως την κοιτούσε τότε! Είχε τρέξει στη φίλη της την Κυριακή και όλο το βράδυ το είχαν περάσει γελώντας μ’ εκείνο τον βάρβαρο. Και τώρα; Μεγάλο το χρέος για τις πριγκίπισσες!
Το πλοίο έδενε στο λιμάνι της Χερσώνας. Ήρθε η ώρα να κατεβεί. Ο Θεόδωρος ήταν στο πλάι της. Πάντα στο πλάι της, μα τόσο μακριά. Το είχε καταλάβει βέβαια πως ήταν ερωτευμένος μαζί της. Απελπισμένος έρωτας…
Ο αδερφός της προχώρησε μπροστά. Τώρα πια κι η ίδια δε μπορούσε να κάνει πίσω. Κατέβηκε, κρύβοντας την ταραχή της. Ιδού ο λαός μου, σκέφτηκε. Το πλήθος ούρλιαζε ακόμα τα ζήτω του στην ακατάληπτη γλώσσα. Ένας ψηλός, ξανθός άντρας με τραχύ δέρμα γονάτισε μπροστά της. Ο μέλλων σύζυγος της. Γρήγορα την έβαλαν σε μια επίσημη κλειστή άμαξα. Πίσω ακολουθούσαν οι δύο αυτοκράτορες, ο αδερφός της και ο Βλαδίμηρος.
Ένας σωρός κόσμος άρχισε να κατεβαίνει από τα πλοία. Εμπορεύματα και άνθρωποι ξεφορτώνονταν με φασαρία. Το λιμάνι γέμισε άμαξες και κάρα, αχθοφόρους και εργάτες που θα μετέφεραν την πλούσια προίκα της βυζαντινής πριγκίπισσας. Δεν είχε παράπονο. Ο αδερφός της την είχε προικίσει τόσο πλουσιοπάροχα, ώστε να οικοδομήσει μια ολόκληρη πόλη. Έκλεισε τις κουρτίνες της άμαξας και έγειρε πίσω. Ένιωθε κιόλας πολύ κουρασμένη. Αποκοιμήθηκε μ’ έναν αναστεναγμό.
Το παλάτι του Βλαδίμηρου ήταν όμορφο, αλλά πως να συγκριθεί με το αυτοκρατορικό παλάτι της Κωνσταντινούπολης! Πολλά βαριά υφάσματα ήταν ριγμένα γύρω στην αίθουσα υποδοχής, αλλά έλειπε η αυθεντική πολυτέλεια, το γούστο, η καλλιέργεια της βυζαντινής πρωτεύουσας. Ο Βλαδίμηρος και ο αδερφός της ο Βασίλειος μπήκαν στο μεγάλο δωμάτιο. Πλήθος αξιωματούχων τους ακολουθούσαν. Πρώτος μίλησε ο Βασίλειος.
«Άννα, ο Βλαδίμηρος δε δέχεται να βαφτιστεί!»
«Αυτό δε σημαίνει ότι ο γάμος δε θα γίνει!» γρύλισε ο Βλαδίμηρος.
«Υποσχέθηκες με τους απεσταλμένους σου ότι θα γίνεις χριστιανός! Ο Θεός τιμωρεί όσους δεν κρατούν τέτοιες υποσχέσεις». Η φωνή της ακούστηκε σκληρή. Ήταν τολμηρή η νεαρή πριγκίπισσα.
«Μου αρκεί η θρησκεία των προγόνων μου», αντιγύρισε απότομα ο Βλαδίμηρος και γύρισε να κοιτάξει την Άννα. Τότε εντελώς άξαφνα τυφλώθηκε!
«Έχασα το φως μου! Δε βλέπω!» φώναζε πανικοβλημένος.
Όλοι γύρω του έμειναν εμβρόντητοι, τόσο που κανείς δε μπορούσε να μιλήσει, να ακούσει, να πραγματοποιήσει κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα και όλοι στέκονταν παγωμένοι, λες και ήταν λίθινοι.
«Είναι σημάδι του Θεού. Βαφτίσου και τότε θα δεις!» του είπε η Άννα.  
Η Άννα έπρεπε να τον παντρευτεί, αφού ο Βλαδίμηρος θα βαφτιζόταν Χριστιανός. Σ’ αυτό τον όρο επέμενε πολύ και ο αδελφός της. Η αποδοχή της Χριστιανικής θρησκείας θα σήμαινε ότι η Ρωσία έμπαινε στη σφαίρα επιρροής των Ελλήνων.
«Το ξέρεις ότι πριν τον αρραβώνα μας πρέπει να βαφτιστείς. Αν θες να γίνω γυναίκα σου ο επίσκοπός μας θα σε βαφτίσει στην εκκλησία και ο θεός μας θα σου επιτρέψει να βρεις και πάλι το φως σου». Η λεπτεπίλεπτη πριγκίπισσα είχε μεγάλο πείσμα.
Ο Βλαδίμηρος θυμήθηκε τη γιαγιά του την Όλγα. Αυτή ήταν χριστιανή και του είχε μιλήσει για το χριστιανισμό από τότε που ήταν μικρός, πριν αυτός ξαναγυρίσει στον παγανισμό. Επιπλέον ως ηγεμόνας κατανοούσε τη σημασία της επιλογής της θρησκείας προς όφελος του κράτους του.
«Θα γίνει όπως θέλεις», της είπε και βγήκε τρικλίζοντας από το δωμάτιο. Οι δικοί του τον ακολούθησαν παγωμένοι.
Ο Βασίλειος δεν ήθελε να παντρέψει την αδερφή του με τον Ρώσο ηγεμόνα, ούτε και η ίδια το ήθελε. Αναγκάστηκε να υποκύψει στην επιθυμία του Βλαδίμηρου, όταν κατέλαβε τη Χερσώνα και απειλούσε να φτάσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Ήταν από την αρχή πολύ στεναχωρημένος και καταλάβαινε πως μόνο ένα θαύμα θα άλλαζε τον Βλαδίμηρο που συνέχιζε να μη θέλει να βαφτιστεί. Και τώρα τι θαύμα! Ο θριαμβευτής Βλαδίμηρος έγινε ξαφνικά αδύναμος. Από τις σκέψεις του τον έβγαλε η φωνή της αδερφής του.
«Η μητέρα μας μου έδωσε πολλά φίλτρα μαζί μου. Ένα απ’ αυτά μπορεί να γιατρέψει την προσωρινή τύφλωση. Νομίζω ότι ο Βλαδίμηρος θα γίνει γρήγορα πιστός Χριστιανός. Να ετοιμάζεσαι για το γάμο». Η Άννα έφυγε κι αυτή από το δωμάτιο.
Πράγματι κατά την τέλεση του μυστηρίου της Βάφτισης ο Βλαδίμηρος φωτίστηκε με όραση τόσο πνευματική, όσο και σωματική. Η Άννα με τη συμβουλή της αποδείχτηκε σωτήρας του μνηστήρα της. Η σχέση του Βλαδίμηρου και της Άννας απέκτησε διαφορετικό νόημα και ο γάμος τους έγινε με ιδιαίτερη, πρωτάκουστη λαμπρότητα στο ναό του Αγίου Βασιλείου της Χερσώνας. Όλος ο λαός ακολούθησε το παράδειγμα του ηγεμόνα. Η Άννα έγινε δραστήρια συμμέτοχος στη χριστιανική διαφώτιση της Ρωσίας. Συμμετείχε στην ανέγερση ναών και ο Βλαδίμηρος τη συμβουλευόταν. Για χάρη της χώρισε όλες τις άλλες συζύγους που είχε. Η Χερσώνα δωρίσθηκε στην αυτοκράτειρα Άννα και από τότε ξεκινά η λάμψη της μελλοντικής Ρωσίας.

Επισήμανση

Οι βυζαντινοί δάσκαλοι διέθεταν ήδη λειτουργικά κείμενα στο Κυριλλικό αλφάβητο, αλλά και ένα πλήθος μεταφράσεων Ελλήνων συγγραφέων στα Σλαβικά. Οι μεταφράσεις αυτές έφεραν σε επαφή τους Ρως με την ελληνική γραμματεία. Χτίστηκαν πόλεις, Έλληνες θησαυροφύλακες οργάνωσαν το οικονομικό σύστημα της χώρας, τέχνες, γράμματα και επιστήμες βρήκαν έδαφος ανάπτυξης. Η Άννα θα είναι για πάντα η μεγάλη τσαρίνα πασών των Ρωσιών και ο ελληνικός πολιτισμός θα χαράξει το μέλλον τους.

Τα τέσσερα παιδιά του Ρωμανού του Β΄ και της όμορφης Μανιάτισσας αυτοκράτειρας Θεοφανώς, ο Βασίλειος Β΄, ο Κωνσταντίνος Η΄, η Θεοφανώ (παντρεμένη με τον Όθωνα Β΄ της Γερμανίας) και η Άννα κρατούσαν σχεδόν όλο τον τότε γνωστό κόσμο στα χέρια τους, Κωνσταντινούπολη, Γερμανία, Ρωσία. Η Ρωσική εκκλησία ανακήρυξε αγίους τη γιαγιά του Βλαδίμηρου, την Όλγα, τον ίδιο τον Βλαδίμηρο, τη γυναίκα του Άννα και δύο τουλάχιστον από τους γιους που είχε πριν παντρευτεί την Άννα.

~~
Στα πλαίσια του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας οι μαθητές της Β΄ τάξης του Γυμνασίου Σταυρακίου Ιωαννίνων αποφάσισαν να γράψουν ένα ιστορικό διήγημα. Στο μάθημα της Ιστορίας εξέτασαν την περίοδο ακμής του Βυζαντίου (717-1025) δείχνοντας ενδιαφέρον για τη σχέση του κράτους με τους γειτονικούς λαούς. Επειδή τα γεγονότα δεν ήταν τόσο γνωστά επικεντρώθηκαν στην έρευνα μόνο του γάμου της Άννας με το Ρώσο ηγεμόνα και εξέτασαν τις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών. Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων συγκεντρώθηκαν πληροφορίες και οι μαθητές χωρίστηκαν σε ομάδες, ώστε να επεξεργαστούν το υλικό που συγκέντρωσαν.
Θεωρούμε ότι η προσέγγιση αυτή για τη μελέτη της Ιστορίας, ενός μαθήματος που κατά κανόνα οι μαθητές το αντιμετωπίζουν αρνητικά, αποτελεί μια νέα, δημιουργική πρόταση. Οι μαθητές προβληματίστηκαν, ερεύνησαν πήραν πρωτοβουλίες, συνεργάστηκαν μεταξύ τους και με καθηγητές άλλων ειδικοτήτων εκτός από τη φιλόλογο. Η Ιστορία έγινε πεδίο δράσης που οδήγησε τους μαθητές στην ανακάλυψη και τη μελέτη του ίδιου του γεγονότος (ανακαλυπτική μάθηση). Επιπλέον έμαθαν να συνεργάζονται μεταξύ τους (συνεργατική μάθηση) και να ελέγχουν τις πηγές που χρησιμοποιούν.

Ονόματα μαθητών Β1: Αδάμου Φ., Ακρίβης Γ., Αναστασάκη Ά., Βαρδάκας Κ., Ζήκου Κ., Ζήκου Μ., Θάνος Σ., Θωμάς Κ., Κλεφτάκη Ά., Κολοκύθας Κ., Κομπογιάννη Κ., Κοντογιάννης Α., Κοντομάρη Μ., Κοτρώτσιος Γ., Κουτσού Κ., Κρομύδας Μ., Λιάλιος Β.

Ονόματα μαθητών Β2: Μακρίδης Μ., Μπατζή Ν. Ναυρόζογλου Χρ., Οικονόμου Χρ., Παλαιοπάνος Ν., Παναγιωτάκη Έ., Παππάς Μ., Παπιγκιώτης Η., Ράπτη Η., Σπυρίδωνος Β., Τσάνος Ν., Τσιγγέλης Κ., Τσούμα Μ., Φασούλη Φ.

Υπεύθυνη καθηγήτρια: Αγγελική Κυριτσάκα